Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζαμάνια < πληθυντικός του ζαμάνι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ζαμάνια ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  • πολύς καιρός, πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα

ΕκφράσειςΕπεξεργασία