Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζαθερής < ζα (επιτατικό μόριο) και θέρος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ζαθερής, ής, ές