Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος μετοχήςΕπεξεργασία

εξασθενημένων

  1. εξασθενημένος, στη γενική του πληθυντικού
  2. εξασθενημένη, στη γενική του πληθυντικού
  3. εξασθενημένο, στη γενική του πληθυντικού