Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

εικονογράφοι αρσενικό ή θηλυκό

  1. εικονογράφος, στην ονομαστική και την κλητική του πληθυντικού