Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δύσοσμα < δύσοσμος +

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

δύσοσμα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία