Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δίνοντας, μετοχή ενεστώτα του δίνω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

δίνοντας (επιρρηματική μετοχή)

  • Εκλεισαν την συμφωνία δίνοντας τα χέρια
  • Τον έβριζε δίνοντάς του και σπρωξιές -επενέβη τελικά η αστυνομία, δίνοντας τέλος στον καβγά
δείτε τη λέξη  δίνω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία