Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

δίγλωσσων

  1. δίγλωσσος, στη γενική του πληθυντικού
  2. δίγλωσση, στη γενική του πληθυντικού
  3. δίγλωσσο, στη γενική του πληθυντικού