Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

δήμαρχων αρσενικό

  1. δήμαρχος, στη γενική του πληθυντικού