Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γιεν < ιαπωνική (en) (=κύκλος)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γιεν ουδέτερο


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία