Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γαγάτης < Γάγαι (όνομα πόλης και ποταμού στη Λυκία της Μικράς Ασίας).

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γαγάτης αρσενικό

  1. Είδος μαύρου ορυκτού άνθρακα με μεγάλη σκληρότητα. Χρησιμοποιείται συχνά στην κοσμηματοποιία.
    Ο λίθος γαγάτης χρησιμοποιούταν στην αρχαιότητα ως φάρμακο και ως φυλαχτό.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία