Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γαβλίζω < γαβγίζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

γαβλίζω, πρτ.: γάβλιζα, στ.μέλλ.: θα γαβλίσω, αόρ.: γάβλισα, μτχ.π.π.: γαβλισμένος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία