Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γέγαα < πιθανόν γέγονα < γίγνομαι

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

γέγαα

  • υπάρχω (είτε άλλη μορφή του γίγνομαι είτε άλλο ρήμα που το χρησιμοποιουσαν μόνον στον παρακείμενο, με μετοχή γεγαώς-υῖα και συνηρημένη γεγώς-ῶσα)