Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

βολίζω < βολίδα

  ΡήμαΕπεξεργασία

βολίζω

  1. (ναυτικός όρος): βυθομετρώ με βολίδα (κοινώς σκαντάγιο)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία