Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βοΐζω < αρχαία ελληνική βοάω

  ΡήμαΕπεξεργασία

βοΐζω

  1. παράγω κάποιον ήχο
  2. βουίζω