Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

βάνδαλοι αρσενικό

  1. βάνδαλος, στην ονομαστική και την κλητική του πληθυντικού