Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αλά καρτ < γαλλική à la carte

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

αλά καρτ

  1. (γαστρονομία): η επιλογή των φαγητών ενός εστιατορίου από κατάλογο (κάρτα) κι όχι η υποχρεωτική επιλογή προκαθορισμένου γεύματος.
  2. (κατ’ επέκταση) το να επιλέγει κανείς από συγκεκριμένη λίστα επιλογών
    Η εμμονή στην εφαρμογή του Συντάγματος δεν αποτελεί ποτέ κενό τύπο. Ακόμη και εάν, όμως, η αναγκαιότητα προηγούμενης άρσης της βουλευτικής ασυλίας θεωρηθεί βυζαντινολογία από μερικούς, όλοι θα συμφωνήσουμε ότι η ανάγκη καταπολέμησης του φασισμού δεν πρέπει να οδηγεί σε αλά καρτ συνταγματική νομιμότητα. (*)

Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία