Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

αρδεύω < αρχαία ελληνική ἀρδεύω < αρχαία ελληνική ἄρδω «ποτίζω» + -εύω «-εύω»

  ΡήμαΕπεξεργασία

αρδεύω

  1. ποτίζω καλλιεργούμενη γη με διοχέτευση νερού
    • δημιουργώ αυλάκια με ελαφρά κλίση για τον ελεγχόμενο διαμοιρασμό των υδάτων
      (ο καλλιεργητής μπορεί να τροποποιήσει την υδροδότηση με διάφορους τρόπους)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία