Arrows blue.png Δείτε επίσης: ἀποβάλλομαι

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αποβάλλομαι < παθητική φωνή του ρήματος αποβάλλω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.pɔ'va.lɔ.mε/

  ΡήμαΕπεξεργασία

αποβάλλομαι, π.αόρ.: αποβλήθηκα, (ενεργ.: αποβάλλω)

  1. με αποπέμπουν από ένα χώρο, μια δραστηριότητα, με βγάζουν έξω, με απομακρύνουν, με θέτουν εκτός, ή στο τρίτο πρόσωπο, όταν κάτι/κάποιος απορρίπτεται με φυσική ή τεχνητή διαδικασία
    • ο μαθητής αποβλήθηκε για μια ώρα
    • Αποβάλλεσαι! είπε ο διαιτητής στον κυνηγό του Παναθηναϊκού την πιο κρίσιμη στιγμή του αγώνα
    • καταβλήθηκαν προσπάθειες για να μην αποβληθεί το έμβρυο
  2. καιδείτε τη λέξη αποβάλλω

ΚλίσηΕπεξεργασία

  • δείτε τη λέξη αποβάλλω και για τις παθητικές μετοχές