Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

ανυποψίαστων

  1. ανυποψίαστος, στη γενική του πληθυντικού
  2. ανυποψίαστη, στη γενική του πληθυντικού
  3. ανυποψίαστο, στη γενική του πληθυντικού