Δείτε επίσης: 'αναμέλπω

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναμέλπω < ελληνιστική κοινή ἀναμέλπω < αρχαία ελληνική μέλπω

  ΡήμαΕπεξεργασία

αναμέλπω (παθητική φωνή: αναμέλπομαι)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία