Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανάφτω < μεσαιωνική ελληνική ἀνάφτω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ανάφτω

  • .. όσο την τηρά, τόσο ο καϋμός του ανάφτει. Που μέσ' 'ςτά φυλλοκάρδια του κρυμμένον τον φυλάει. (Κ. Κρυστάλλης. "Ο Ήλιος κι' η Νύχτα")

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ανάβω και ανάπτω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία