Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

ακριβολογώ < αρχαία ελληνική ἀκριβολογέομαι-ἀκριβολογοῦμαι

  ΡήμαΕπεξεργασία

ακριβολογώ

  1. μιλώ με σαφήνεια, αναλυτικά, δεν αφήνω περιθώριο να παρερμηνευθούν τα λεγόμενά μου με αοριστολογίες, δεν λέω τίποτα λιγότερο και τίποτα παραπάνω από αυτό που πρέπει για να γίνει ξεκάθαρο το νόημα, κυριολεκτώ
    Τα χάσατε,ε; Νομίζετε ότι τα παραλέω. Εγώ όμως ακριβολογώ -όπως σας τα' πα γίνανε τα πράματα

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία