Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ακηδώς < ακηδής + -ώς

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

ακηδώς

(λόγιο)
  1. αμέριμνα, ξέγνοιαστα
  2. αδιάφορα
  3. αμελώς

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία