Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

ίλιγγους αρσενικό

  1. ίλιγγος, στην αιτιατική του πληθυντικού