Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

ίκτερους αρσενικό

  1. ίκτερος, στην αιτιατική του πληθυντικού