Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

έγγιστα < υπερθετικός βαθμός του εγγύς (κοντά)

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

έγγιστα

  1. πάρα πολύ κοντά
  2. ως έγγιστα: (καθαρεύουσα) περίπου, με τη μεγαλύτερη κατά το δυνατόν προσέγγιση
    ο λαο­γράφος Ζαμπέλιος, θεωρούσε ότι τα δημοτικά τραγούδια γεννήθηκαν μόλις χάθηκε η πολιτική ελευθερία και σκοπός τους ήταν να διαμηνύουν την ανάκτησή της. Τα τραγούδια, ο λαϊκός στίχος, οι κλέφτες «περί την αυτήν, ως έγγιστα, εποχήν θέλουσι αποσυρθεί της σκηνής, ήγουν τότε, ότε σύμπαν πολιτικώς το γένος αποκατασταθήσεται» (από άρθρο στη Βικιπαίδεια)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία