Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Ναζωραίος < Ναζαρέτ

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Ναζωραίος, -α

  1. ο κάτοικος της Ναζαρέτ, πόλης της Γαλιλαίας, στο Ισραήλ

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία