Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Μανωλιά < λείπει η ετυμολογία

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Μανωλιά

  1. χείμαρρος στην Αχαΐα
  2. (λαογραφία) στοιχειό της λαϊκής παράδοσης

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία