Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Ι.Χ. < Ιδιωτικής Χρήσεως

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈʝɔ.ta ˈçi/ και /ʝɔ.taˈçi/

  ΣυντομομορφήΕπεξεργασία

Ι.Χ. ή ΙΧ άκλιτο αρκτικόλεξο

  1. (ουδέτερο) το γιωταχί, όχημα που προορίζεται για ιδιωτική χρήση
  2. (αρσενικό) ο γιωταχής, οδηγός ενός οχήματος Ι.Χ.
  • δείτε τη λέξη: ΔΧ