Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «καθορίζω»

45 bytes προστέθηκαν ,  πριν από 1 έτος
 
==={{ρήμα|el}}===
'''{{PAGENAME}}''' ({{παθ}}: [[καθορίζομαι]])
# [[ορίζω]], [[προσδιορίζω]] με ακρίβεια, συχνά κατά τρόπο επίσημο και οριστικό
#: ''Οι δύο συναρμόδιοι υπουργοί συσκέφτηκαν για να '''καθορίσουν''' το ύψος του πλαφόν για τα καύσιμα.''
# [[αποτελώ]] πολύ σημαντικό χαρακτήρα για την πορεία και την τελική μορφή που αποκτά κάτι
#: ''οι σκληρές συνθήκες της παιδικής του ηλικίας '''καθόρισαν''' το χαρακτήρα του''