Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «δοτική»

μ
καμία σύνοψη επεξεργασίας
μ
'''{{PAGENAME}}''' {{θ}}
# η [[πτώση]] των ονομάτων που δηλώνει συνήθως το έμμεσο αντικείμενο, το πρόσωπο που δέχεται την ενέργεια του ρήματος
#: ''στη φράση ''"«δόξα τω Θεώ"»'' έχουμε επιβίωση στα νέα ελληνικά μιας αρχαίας '''δοτικής'''''
#: ''με την αρχαία ελληνική '''δοτική''' ταυτίστηκαν οι αρχαιότερες πτώσεις της τοπικής και της οργανικής''
#: ''στα νέα ελληνικά η δοτική έχει δώσει τη θέση της σε εμπρόθετα με τις προθέσεις [[σε]] και [[με]]''
10.736

επεξεργασίες