Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Γκρενόμπλ < Grenoble

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Γκρενόμπλ θηλυκό άκλιτο

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία