Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Ανγκουλέμ < Angoulême

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Ανγκουλέμ θηλυκό άκλιτο

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία