Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Όθων < γερμανική Otto < πρωτογερμανική *audaz (πλούτη)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈɔ.θɔn/

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Όθων αρσενικό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία