Αλβανικά (sq)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

çupë (sq)

  1. κορίτσι
  2. κόρη
  3. ανύπαντρη γυναίκα
  4. η ντάμα στην τράπουλα

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία