Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

zegarek (pl) < υποκοριστικό του zegar (pl)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /zɛˈɡarɛk/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

zegarek (pl) αρσενικό

  1. μικρό ρολόι, ρολογάκι
  2. ρολόι χειρός ή τσέπης

ΕκφράσειςΕπεξεργασία