Πολωνικά (pl)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

złotówka < złoty

  ΠροφοράΕπεξεργασία

 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

złotówka (pl) θηλυκό

  1. (λαϊκότροπο) το ζλότι
    (γενικότερα) η νομισματική μονάδα ζλότι
    (ειδικότερα) το νόμισμα του ενός ζλότι