Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

whereupon (en)

  1. οπότε
    she entered the room, whereupon everybody looked at her - μπήκε στην αίθουσα, οπότε όλοι την κοίταξαν

  ΣύνδεσμοςΕπεξεργασία

whereupon (en)

  1. πάνω στο οποίο, κατόπιν του οποίου