Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
viviparité viviparités

viviparité (fr) θηλυκό

  1. η ζωοτοκία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία