Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

vécu (fr)

  1. βιωμένος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

vécu (fr) αρσενικό

  1. η εμπειρία
  2. το βίωμα