Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

ενικός πληθυντικός
tumulus tumulus

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

tumulus (fr) αρσενικό

  • ο τύμβος
    • ο λοφότυμβος, ο χωματότυμβος