Δείτε επίσης: Taureau

Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

taureau 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
taureau taureaux

taureau (fr) αρσενικό

  1. (ζωολογία) ο ταύρος
  2. αστρονομίαδείτε τη λέξη  Taureau