Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
syndic syndics

syndic (fr) αρσενικό

  1. υπεύθυνος μιας συνιδιοκτησίας

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία