Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

spirit (en)

  1. πνεύμα
  2. οινόπνευμα
  3. διπλής ή πολλαπλής απόσταξης αλκοολούχο ποτό, βαρύ ποτό
    • ούζο, brandy, whisky, gin, rum κτλ.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία