Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

skala (pl) θηλυκό

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • με όλες τις υπόλοιπες έννοιες εκτός από τα σκαλιά και, γενικά, τη σκάλα που χρησιμοποιούμε για να ανέβουμε (ή να κατέβουμε)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία