Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /swux/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

słuch (pl) θηλυκό

  • μία από τις αισθήσεις, η ακοή

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία