Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
sédimentologie sédimentologies

sédimentologie (fr) θηλυκό

  1. η ιζηματολογία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία