Γερμανικά (de)Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

 

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ruhig (de)

  1. ήρεμος
  2. ήσυχος
  3. σίγουρος

ΚλίσηΕπεξεργασία