Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
refoulement refoulements

refoulement (fr) αρσενικό

  1. απώθηση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  • δείτε τη λέξη: refouler