Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

provoquant < provoquer

  ΜετοχήΕπεξεργασία

provoquant (fr)

  1. προκαλώντας

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία